TOP MAP EXIT
Το εγκλημα & η καταγγελια εγκληματος

Πώς ορίζεται το έγκλημα;

Ως έγκλημα νοείται η εκούσια συμπεριφορά (ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, αμέλεια) που παραβιάζει είτε τον Ποινικό Κώδικα είτε άλλους συγκεκριμένους νόμους. Σκοπός αυτών των νόμων είναι η προστασία και η διασφάλιση των νομικών συμφερόντων που είναι θεμελιώδη για την κοινωνία, όπως η ζωή, η ελευθερία, η σωματική και ηθική ακεραιότητα, η σεξουαλική αυτοδιάθεση και η ιδιοκτησία.

Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του Ποινικού Κώδικα, “Έγκλημα δεν υπάρχει χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της καθώς και την επιβλητέα γι’ αυτή ποινή”.

Αναφορά και καταγγελία εγκλήματος

Η αναφορά του εγκλήματος είναι πάντα το πρώτο βήμα.
Μόνο αφού υποβληθεί αναφορά ή και καταγγελία είναι δυνατό για τις αρμόδιες Αρχές να γνωρίζουν ότι τελέστηκε ένα έγκλημα και να ξεκινήσουν έρευνα για να διερευνήσουν τι συνέβη.

Η σημαντικοτητα της καταγγελιας του εγκληματος

Εάν συνέβη να πέσατε θύμα εγκλήματος, είναι πολύ σημαντικό να το αναφέρετε στις αρμόδιες Αρχές. Εάν το κάνετε αυτό, είναι πιο πιθανό το άτομο που διέπραξε το έγκλημα να συλληφθεί, να θεωρηθεί υπεύθυνο και να αποτραπεί να το πράξει ξανά σε εσάς ή σε άλλους.
Η καταγγελία του εγκλήματος στις Αρχές είναι επίσης σημαντική για σκοπούς λήψης στατιστικών του εγκλήματος και της γενικής πρόληψης, ή ακόμη και για τη διεξαγωγή συγκεκριμένων δραστηριοτήτων σε ορισμένες περιπτώσεις και χώρους για την προαγωγή της ασφάλειας.

Οι αστυνομικές δυνάμεις και το προσωπικό τους υποχρεούνται να αναφέρουν οποιοδήποτε έγκλημα τους γίνει αντιληπτό, είτε κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων τους, είτε λόγω των καθηκόντων τους.
Η καταγγελία εγκλήματος είναι επίσης υποχρεωτική για όποιον γνωρίζει καταστάσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ή ψυχολογική ακεραιότητα ή την ελευθερία ενός παιδιού ή ενός νέου κάτω των 18 ετών.

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους μπορεί να μην είστε πρόθυμοι να αναφέρετε ένα έγκλημα:

  • «Δεν ήταν σημαντικό».
    Ακόμα και ένα πλημέλημα μπορεί να είναι ενοχλητικό και να προκαλέσει αναστάτωση. Οι Αρχές το γνωρίζουν αυτό και θα λάβουν σοβαρά υπόψη το παράπονό σας.
  • «Είναι ντροπιαστικό».
    Μπορεί να ντρέπεστε να αναφέρετε το έγκλημα. Αυτό συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις σεξουαλικής ή ενδοοικογενειακής βίας. Οι Αρχές πρέπει να αντιμετωπίζουν αυτές τις καταστάσεις με ευαισθησία και να μην σας κρίνουν. Όποιο και αν είναι το φύλο, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η θρησκεία, η εθνικότητα ή η εθνικότητα, το βιωμά του εγκλήματος μπορεί να είναι τραυματικό.
  • «Οι αρχές δεν ενδιαφέρονται».
    Οι αρχές διαχειρίζονται πολλές περιπτώσεις και μπορεί να μην ασχοληθούν με τη δική σας τόσο γρήγορα όσο θα αναμένατε, αλλά θα της δώσουν την κατάλληλη προσοχή. Μπορεί να
  • «Δεν ήταν σημαντικό».
    Ακόμα και ένα πλημέλημα μπορεί να είναι ενοχλητικό και να προκαλέσει αναστάτωση. Οι Αρχές το γνωρίζουν αυτό και θα λάβουν σοβαρά υπόψη το παράπονό σας.
  • μην είναι πάντα σε θέση να εντοπίσουν ή να πιάσουν τον υπεύθυνο για το έγκλημα, αλλά καθήκον τους είναι πάντα να προσπαθούν.
  • «Τελείωσε και δεν με έχει επηρεάσει».
    Ενδέχεται το έγκλημα να μην είχε μεγάλο αντίκτυπο σε εσάς. Μερικοί άνθρωποι είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν καλά αυτές τις δύσκολες καταστάσεις και να ενεργήσουν σχεδόν σαν να μην έχει συμβεί κάτι, ακόμα και όταν διαπράχθηκε σοβαρό έγκλημα εναντίον τους. Παρ ‘όλα αυτά, εάν δεν καταγγείλετε το έγκλημα, οι Αρχές δεν θα είναι σε θέση να προσπαθήσουν να συλλάβουν το άτομο που διέπραξε το έγκλημα και μπορεί να το πράξει ξανά. Θα πρέπει να λάβετε υπόψη το γεγονός ότι το επόμενο θύμα μπορεί να μην είναι τόσο ικανό όσο εσείς να ξεπεράσει τις συνέπειες του εγκλήματος.
  • «Ανησυχώ για το τι θα συμβεί στη συνέχεια».
    Είναι φυσιολογικό να αισθάνεστε νευρικοί επειδή πρέπει να πάτε στην Αστυνομία, να προχωρήσετε σε καταγγελία και στη συνέχεια να πάτε στο δικαστήριο για να καταθέσετε, αλλά μην ξεχνάτε ότι υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια καθόλη τη διαδικασία.
  • «Είναι ντροπιαστικό».
    Μπορεί να ντρέπεστε να αναφέρετε το έγκλημα. Αυτό συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις σεξουαλικής ή ενδοοικογενειακής βίας. Οι Αρχές πρέπει να αντιμετωπίζουν αυτές τις καταστάσεις με ευαισθησία και να μην σας κρίνουν. Όποιο και αν είναι το φύλο, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η θρησκεία, η εθνικότητα ή η εθνικότητα, το βιωμά του εγκλήματος μπορεί να είναι τραυματικό.
  • «Οι αρχές δεν ενδιαφέρονται».
    Οι αρχές διαχειρίζονται πολλές περιπτώσεις και μπορεί να μην ασχοληθούν με τη δική σας τόσο γρήγορα όσο θα αναμένατε, αλλά θα της δώσουν την κατάλληλη προσοχή. Μπορεί να μην είναι πάντα σε θέση να εντοπίσουν ή να πιάσουν τον υπεύθυνο για το έγκλημα, αλλά καθήκον τους είναι πάντα να προσπαθούν.
  • «Τελείωσε και δεν με έχει επηρεάσει».
    Ενδέχεται το έγκλημα να μην είχε μεγάλο αντίκτυπο σε εσάς. Μερικοί άνθρωποι είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν καλά αυτές τις δύσκολες καταστάσεις και να ενεργήσουν σχεδόν σαν να μην έχει συμβεί κάτι, ακόμα και όταν διαπράχθηκε σοβαρό έγκλημα εναντίον τους. Παρ ‘όλα αυτά, εάν δεν καταγγείλετε το έγκλημα, οι Αρχές δεν θα είναι σε θέση να προσπαθήσουν να συλλάβουν το άτομο που διέπραξε το έγκλημα και μπορεί να το πράξει ξανά. Θα πρέπει να λάβετε υπόψη το γεγονός ότι το επόμενο θύμα μπορεί να μην είναι τόσο ικανό όσο εσείς να ξεπεράσει τις συνέπειες του εγκλήματος.
  • «Ανησυχώ για το τι θα συμβεί στη συνέχεια».
    Είναι φυσιολογικό να αισθάνεστε νευρικοί επειδή πρέπει να πάτε στην Αστυνομία, να προχωρήσετε σε καταγγελία και στη συνέχεια να πάτε στο δικαστήριο για να καταθέσετε, αλλά μην ξεχνάτε ότι υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια καθόλη τη διαδικασία.

Ό, τι κι αν αποφασίσετε να πράξετε, έχετε το δικαίωμα να λάβετε στήριξη. Ακόμα κι αν δεν αναφέρετε το έγκλημα σε βάρος σας, είναι πολύ σημαντικό να μιλήσετε σε κάποιον για αυτό που συνέβη και πώς αισθάνεστε, και να λάβετε όλη τη βοήθεια που χρειάζεστε.

Η προστασία των θυμάτων εγκλήματος αποτελεί βασική υποχρέωση της πολιτείας, και ειδικά για τις ευάλωτες κατηγορίες θυμάτων, όπως είναι τα παιδιά, τα θύματα έμφυλης βίας και τα θύματα με αναπηρίες.

Πως καταγγελω ενα εγκλημα
  • Εάν έχετε πέσει θύμα εγκλήματος μπορείτε να το καταγγείλετε στον Εισαγγελέα ή στην Αστυνομία, να υποβάλετε, δηλαδή, έγκληση (μήνυση).
    Σε γενικές γραμμές, η «έγκληση» υποβάλλεται από τον αμέσως παθόντα, και σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ εγκλήματα κατά της τιμής) απαιτείται για να κινηθεί η ποινική διαδικασία, ενώ η «μήνυση» υποβάλλεται από τρίτο πρόσωπο πλην του θύματος σε εγκλήματα που διώκονται αυτεπάγγελτα. Στην πράξη, διαδικαστικά έχει επικρατήσει ο όρος «μήνυση» και για την έγκληση του θύματος. Έτσι, κατά την υποβολή της στην Εισαγγελία θα λάβετε ένα αριθμό για την υπόθεσής σας που θα λέγεται «αριθμός βιβλίου μηνύσεων» [ΑΒΜ].

Μπορείτε, επίσης, να ζητήσετε από κάποιον άλλο να καταγγείλει το έγκλημα. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να υπογράψετε μια γραπτή δήλωση (εξουσιοδότηση), με την οποία θα υποδεικνύετε το πρόσωπο που θα υποβάλει την έγκληση. Δεν υπάρχει ειδική φόρμα για την εξουσιοδότηση, αλλά πρέπει να την υπογράψετε ενώπιον ενός υπαλλήλου μιας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής ή ενώπιον ενός δικηγόρου (συμπεριλαμβανομένου και του δικού σας δικηγόρου, εάν ήδη έχετε έναν) για τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής σας. Το πρόσωπο που καταγγέλλει το έγκλημα για λογαριασμό σας μπορεί να είναι ένας δικηγόρος ή ένα πρόσωπο που εμπιστεύεστε. Μετά το θάνατο του παθόντος, για κάθε πράξη που διώκεται κατ’ έγκληση, το δικαίωμα μεταβιβάζεται στην σύζυγο που ζει και στα τέκνα του, ή στους γονείς του (118 παρ.4 ΚΠΔ). Τα πρόσωπα αυτά μπορούν να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής λόγω ψυχικής οδύνης όταν το θύμα πέθανε ως αποτέλεσμα του αδικήματος.

  • Μπορείτε να καταγγείλετε ένα έγκλημα προφορικά ή γραπτά.
    Εάν επιλέξετε να παρέχετε τις πληροφορίες προφορικά, ο υπάλληλος που αποδέχεται την έγκληση θα συντάξει σχετική έκθεση.

Για την κατάθεση της έγκλησης σας πρέπει να πληρώσετε παράβολο, η αξία του οποίου αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα σας επιτραπεί να πληρώσετε το παράβολο μετά την κατάθεση της έγκλησης, αλλά όχι αργότερα από τρεις ημέρες. Αν δεν κατατεθεί παράβολο η έγκληση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξαιρείσθε από την κατάθεση παραβόλου αν είστε δικαιούχος νομικής βοήθειας. Επίσης, δεν απαιτείται κατάθεση παραβόλου, αν είστε θύμα εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κατά της ενδοοικογενειακής βίας ρατσιστικών διακρίσεων (άρθρα 81Α και 361Β του Ποινικού Κώδικα) καθώς και παραβιάσεων της ίσης μεταχείρισης. [46 παρ. 2 ΚΠΔ]

Στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, όπου οι αρχές ξεκινούν την ποινική δίωξη, χωρίς να χρειάζεται να το ζητήσει το θύμα, δεν υπάρχει προθεσμία για την καταγγελία ενός εγκλήματος, πλην όμως τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά από πέντε έτη. Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις, το έγκλημα μπορεί να διωχθεί, μόνο, αν εσείς, που έχετε ζημιωθεί από αυτό, ζητήσετε την άσκηση ποινικής δίωξης. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να υποβάλετε έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που λάβατε γνώση του εγκλήματος και του δράστη (αν είναι γνωστός).

Δεν υπάρχει υποχρεωτική φόρμα που πρέπει να ακολουθήσετε για την υποβολή έγκλησης.

Στοιχεία που πρέπει να συμπεριλάβετε στην έγκληση σας είναι:

  • Τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητάς σας,
  • Το δράστη και τα στοιχεία επικοινωνίας του/της, εάν τα γνωρίζετε,
  • Ακριβή περιγραφή των γεγονότων
  • Τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν την καταγγελία [έγγραφα]
  • Τους μάρτυρες που προτείνετε να εξεταστούν, εάν υπάρχουν
  • Τα στοιχεία του πληρεξουσίου σας δικηγόρου, εφόσον έχετε διορίσει κάποιον

Εάν δεν κατανοείτε ή δεν ομιλείτε την ελληνική γλώσσα μπορείτε να υποβάλλετε την έγκλησή σας σε γλώσσα την οποία κατανοείτε ή να λάβετε την αναγκαία γλωσσική βοήθεια, πάντοτε υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή σε άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους. Εφόσον το ζητήσετε μπορείτε να λάβετε δωρεάν μετάφραση του εγγράφου [Άρθρο 58 Ν. 4478/2017, Δικαίωμα των θυμάτων κατά την υποβολή καταγγελίας (άρθρο 5 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)]

Πηγή: e-justice “Πώς μπορώ να καταγγείλω μια αξιόποινη πράξη;”

Τα δικαιώματα των θυμάτων από τη στιγμή της καταγγελίας

Τα θύματα εγκλήματος έχουν συγκεκριμένα δικαιώματα από την πρώτη στιγμή της καταγγελίας του εγκλήματος, σύμφωνα με τη νομοθεσία (άρθρα 56, 57, 58, 59, 60, 61, και 62 του Ν. 4478/2017). Τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνουν:

α. Δικαίωμα των θυμάτων να κατανοούν και να γίνονται κατανοητά (άρθρο 56)
β. Δικαίωμα λήψης πληροφοριών από την πρώτη επαφή με την αρμόδια αρχή (άρθρο 57)
γ. Δικαίωμα των θυμάτων κατά την υποβολή καταγγελίας (άρθρο 58)
δ. Δικαίωμα των θυμάτων να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με την υπόθεσή τους (άρθρο 59)
ε. Δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης (άρθρο 60)
στ. Δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων (άρθρο 61)
ζ. Υποστήριξη από τις υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων (άρθρο 62)

Η εξατομικευμένη προσέγγιση και η αναγνώριση των βασικών αναγκών των θυμάτων αποτελούν τους κύριες άξονες της καθιέρωσης αυτών των δικαιωμάτων. Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, τόσο ανάλογα με τα γενικά και ειδικά χαρακτηριστικά των θυμάτων (κοινωνικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά, είδος εγκλήματος, σχέση με το δράστη κ.α.). Ο σκοπός της καθιέρωσης των ελάχιστων δικαιωμάτων των θυμάτων αφορά όλα τα θύματα αξιόποινων πράξεων, ενώ η εξατομικευμένη μεταχείριση αφορά την ικανοποίηση των αναγκών των θυμάτων, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας.

Επίσης, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4478/2017 η αναφορά στην «Αστυνομία ή άλλη αρμόδια Αρχή» καθιστά σαφές ότι η σχετική υποχρέωση ενεργοποιείται και βαραίνει όλες ανεξαιρέτως τις αρχές που είναι αρμόδιες κατά την ελληνική νομοθεσία να επιληφθούν κάποιας αξιόποινης πράξης, όπως αστυνομία, λιμενικό σώμα, εισαγγελία κ.λπ. και ανεξαρτήτως από το αν το θύμα προβαίνει σε σχετική καταγγελία. Επίσης, ως «επαφή» δεν πρέπει να νοείται μόνο η διά ζώσης επικοινωνία, αλλά και μέσω τηλεφώνου, διαδικτύου, κ.λπ..

Η ερευνα: προκαταρκτικη εξεταση

Στην Ελλάδα η ποινική διαδικασία αρχίζει με τη διερεύνηση του εγκλήματος (προκαταρκτική εξέταση και ανάκριση). Σκοπός της προκαταρκτικής εξέτασης είναι να διερευνηθούν οι συνθήκες της υπόθεσης και να αποφασιστεί αν θα ασκηθεί η ποινική δίωξη ή όχι.
Η διερεύνηση του εγκλήματος γίνεται από την αστυνομία και δικαστικούς λειτουργούς (εισαγγελέα ή/και ανακριτή). Μέσω προκαταρκτικής εξέτασης ο Εισαγγελέας διαπιστώνει εάν μια κατηγορία είναι βάσιμη και ποια είναι η πιθανότητα να έχει διαπραχθεί ένα έγκλημα.

Σε αυτό το στάδιο, οι αστυνομικοί που είναι επιφορτισμένοι με την έρευνα θα συλλέξουν στοιχεία, για παράδειγμα:

  • συνεντεύξεις με το θύμα, τον ύποπτο και τους μάρτυρες
  • εξέταση του τόπου του εγκλήματος για εντοπισμό αποδεικτικών στοιχείων
  • σκιαγράφηση του/των υπόπτου/ων, δηλαδή ζητώντας από το θύμα ή τους μάρτυρες να περιγράψουν λεπτομερώς το πρόσωπο που διέπραξε το έγκλημα, αν είχαν δει αυτό το άτομο πριν και υπό ποιες συνθήκες και, τελικά, αν μπορούν να τον/την αναγνωρίσουν από μια ομάδα άτομων ή πολλές φωτογραφίες, ως δράστη του εγκλήματος
  • λήψη γνώμης εμπειρογνωμόνων: για παράδειγμα, βαλλιστικός εμπειρογνώμονας που αναλύει την τροχιά των σφαιρών ή ψυχολόγος που αξιολογεί την προσωπικότητα του υπόπτου ή γιατρός που αξιολογεί σωματικές βλάβες κ.λπ.
  • λήψη ενδεχομένως σχετικών εγγράφων, όπως η αναφορά από το κέντρο υγείας όπου αποτάθηκε το θύμα, ή το αρχείο των τηλεφωνικών κλήσεων που πραγματοποίησε ο ύποπτος κ.λπ.

Μετά την κατάθεση στην αστυνομία, είναι φυσιολογικό να περάσει κάποιος χρόνος πριν το θύμα λάβει πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεσης. Το στάδιο της έρευνας μπορεί να διαρκέσει από μερικές εβδομάδες έως αρκετούς μήνες, ανάλογα με τον όγκο των αποδεικτικών στοιχείων που θα συγκεντρωθούν και την πολυπλοκότητα της έρευνας. Μπορεί ακόμη να χρειαστεί οι αστυνομικοί να μιλήσουν με το θύμα περισσότερες από μία φορές κατά τη διάρκεια της έρευνας.
Το θύμα πρέπει να συνεργάζεται με τις αρχές όποτε του ζητηθεί και να τις ενημερώνει για οτιδήποτε μπορεί να είναι χρήσιμο για την έρευνα.

Πώς μπορώ να ενημερωθώ σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεσης;
Μετά την κατάθεση της έγκλησης (μήνυσης) σας, η τελευταία θα λάβει έναν αριθμό με τον οποίο ταυτοποιείται η υπόθεσή σας, τον «αριθμό βιβλίου μηνύσεων» (ΑΒΜ). Χρησιμοποιώντας αυτό τον αριθμό, μπορείτε να ελέγχετε με βάση το αρχείο που τηρείται στα Εισαγγελικά γραφεία, ή το αρμόδιο τμήμα μηνύσεων, την πορεία της υπόθεσής σας. Μπορείτε επίσης να ζητήσετε και να λάβετε ένα πιστοποιητικό που να δείχνει σε ποιο σημείο βρίσκεται η υπόθεση σας (πιστοποιητικό πορείας μήνυσης).
Πηγή: e-justice “Πώς μπορώ να ενημερωθώ σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεσης;”

Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει αυξημένος κίνδυνος και τίθενται ζητήματα ασφάλειας του θύματος, της οικογένειάς του, ή και για την πορεία της ποινικής διαδικασίας, λαμβάνονται ανάλογα μέτρα προστασίας όπως προβλέπονται στη νομοθεσία.

Ολοκληρωση προκαταρκτικης ερευνας - διωξη

Στο τέλος της έρευνας ο αρμόδιος για την υπόθεση αστυνομικός προωθεί όλα τα στοιχεία που συλλέχθηκαν στον αρμόδιο εισαγγελέα. Ο εισαγγελέας εξετάζει το έργο που επιτελέστηκε ως εκείνη τη στιγμή και διαβιβάζει την υπόθεση στο δικαστήριο μαζί με την πρότασή του/της για το πώς πρέπει να προχωρήσει η διαδικασία.
Το δικαστήριο, αφού μελετήσει τον φάκελο της υπόθεσης και την πρόταση του/της εισαγγελέα, μπορεί να προχωρήσει σε δίκη ή να κλείσει την υπόθεση.

“Μπορώ να προσβάλλω τη διάταξη του Εισαγγελέα να τεθεί στο αρχείο η υπόθεση και να μην ασκηθεί ποινική δίωξη;”
Ως εγκαλών, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από την έκδοση της διάταξης του εισαγγελέα πλημμελειοδικών που απέρριψε την έγκληση γιατί δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, μπορείτε να προσφύγετε κατά αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών (άρθρα 47 και 48 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), η προθεσμία δεν παρεκτείνεται για κανένα λόγο. Θα υποχρεωθείτε να καταθέσετε παράβολο, το οποίο θα σας επιστραφεί, εφόσον ο Εισαγγελέας κάνει δεκτή την προσφυγή.

Πηγή: e-justice Μπορώ να προσβάλλω τη διάταξη του Εισαγγελέα

Σύλληψη – Περιοριστικοί όροι – Προσωρινή κράτηση:

Αν ο ύποπτος ανακαλυφθεί κατά την τέλεση του εγκλήματος ή συλληφθεί έως και μία ημέρα μετά την τέλεση του εγκλήματος, είναι δυνατόν να συλληφθεί και χωρίς ένταλμα.

Αν ο ύποπτος δεν συλληφθεί κατά την τέλεση του εγκλήματος, απαιτείται ένταλμα.

Ο συλληφθείς προσάγεται στον εισαγγελέα εντός 24 ωρών.

Περιοριστικοί όροι ((π.χ. καταβολή εγγύησης, υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται τακτικά σε αστυνομικό τμήμα, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα) επιβάλλονται προκειμένου να αποτραπεί η τέλεση νέων αδικημάτων και να εξασφαλιστεί ότι ο κατηγορούμενος θα εμφανιστεί στην αστυνομία και στο δικαστήριο. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Νόμος 4620/2019), “περιοριστικοί όροι μπορεί να επιβληθούν αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών”.

Προσωρινή κράτηση: Εάν οι περιοριστικοί όροι που αναφέρονται παραπάνω ή ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση, είναι ανεπαρκείς, σε περιπτώσεις σοβαρότερων εγκλημάτων, μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση σε κατηγορούμενο/η, στη πτέρυγα υπόδικων στις φυλακές. Ένα τέτοιο μέτρο μπορεί να διαρκέσει έως και 18 μήνες για μεγάλα κακουργήματα ή 12 μήνες για λιγότερο σοβαρά κακουργήματα και 6 μήνες για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή.

Πηγή: e-justice “Προκαταρκτική εξέταση/προανάκριση/κύρια ανάκριση

Η δικη & η αποφαση

Η δίκη είναι μια ακρόαση που πραγματοποιείται σε αίθουσα δικαστηρίου. Κατά τη διάρκεια της δίκης, το δικαστήριο εξετάζει εάν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που αποδεικνύουν την ενοχή του κατηγορούμενου για να καταδικαστεί για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται. Εάν το δικαστήριο κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο, τον/την καταδικάζει και επιβάλλει ποινή. Αν ο κατηγορούμενος κριθεί αθώος, το δικαστήριο τον/την απαλλάσσει.

Ο Εισαγγελέας συντάσσει το κατηγορητήριο, ορίζει την ημερομηνία της δίκης και καλεί τον κατηγορούμενο, το θύμα σε παράσταση υποστήριξης της κατηγορίας και τους μάρτυρες 15 τουλάχιστον ημέρες πριν τη δίκη, ή 30 ημέρες αν ζουν σε άλλη χώρα της Ευρώπης.

Στη δίκη, συζητείται και αποφασίζεται εάν το θύμα και τυχόν άλλα άτομα που υπέστησαν απώλειες ως αποτέλεσμα του εγκλήματος και ζήτησαν αποζημίωση δικαιούνται να την λάβουν.

Η δίκη είναι δημόσια, εκτός αν η δημοσιότητα ενδέχεται να είναι επιβλαβής για τα χρηστά ήθη ή συντρέχουν λόγοι να προστατευθεί ο ιδιωτικός βίος των διαδίκων.

Προετοιμασία για τη δίκη

Είναι απολύτως φυσιολογικό να αισθάνεστε ανήσυχοι και αβέβαιοι πριν από τη δίκη. Αυτή είναι μια νέα κατάσταση και δεν την έχετε συνηθίσει.
Εάν σας δοθεί η ευκαιρία, μεταβείτε στην αίθουσα του δικαστηρίου λίγες ημέρες πριν από τη δίκη, ώστε να εξοικειωθείτε με διάφορους τομείς, όπως η αίθουσα του δικαστηρίου και η αίθουσα αναμονής των μαρτύρων και, εάν είναι δυνατόν, να παρακολουθήσετε μια άλλη δίκη ή τουλάχιστον μέρος αυτής.

Την ημέρα της δίκης, είναι πιθανό να συναντήσετε τον/την κατηγορούμενο και τους φίλους και συγγενείς του/της. Θα πρέπει να προετοιμαστείτε για αυτό το ενδεχόμενο προσχεδιάζοντας εκ των προτέρων τι πρέπει να κάνετε: προσπαθείστε να παραμείνετε μακριά τους, να μην αντιδράσετε σε οποιαδήποτε πρόκληση και, εάν αισθανθείτε ότι απειλείστε, να ενημερώσετε αμέσως τον δικαστικό λειτουργό ή/και τον αστυνομικό στην αίθουσα του δικαστηρίου. Αν είναι δυνατόν, πάρτε κάποιον μαζί σας. Όποιος και αν είναι ο ρόλος σας στη διαδικασία, δικαιούστε να συνοδεύεστε από δικηγόρο.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, θα σας υποβληθούν ερωτήσεις από τον Δικαστή, τον Εισαγγελέα, τον συνήγορο υπεράσπισης και τον δικό σας δικηγόρο, εάν έχετε. Είναι φυσικό να σας ζητηθεί να δώσετε όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, γιατί όσο περισσότερες πληροφορίες έχει το δικαστήριο, τόσο καλύτερη θα είναι η απόφασή του. Αυτό που ο/η δικαστής αναμένει από εσάς είναι να πείτε στο δικαστήριο τι συνέβη με δικά σας λόγια. Επομένως, πριν από τη δίκη, θα πρέπει να προσπαθήσετε να συγκεντρώσετε στο μυαλό σας όλες τις πληροφορίες που πιστεύετε ότι είναι σημαντικές να μεταφερθούν στο δικαστήριο. Θα μπορούσατε επίσης να έχετε μαζί σας μερικές σημειώσεις, όπως τις ημερομηνίες των πιο σχετικών γεγονότων. Ωστόσο, είναι φυσιολογικό να μην θυμάστε κάποιες λεπτομέρειες, ειδικά αν έχει περάσει κάποιος χρόνος από την ημέρα του εγκλήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μην φοβάστε να πείτε “δεν θυμάμαι”.

Θα έχω πρόσβαση στα δικαστικά αρχεία;
Με την παράσταση πολιτικής αγωγής έχετε δικαίωμα να έχετε πρόσβαση στο υλικό της δικογραφίας και να λάβετε αντίγραφο της εκδοθείσας από το δικαστήριο απόφασης.
Πηγή: e-justice “Θα έχω πρόσβαση στα δικαστικά αρχεία;

Μην ξεχνάτε ότι εάν ήσασταν θύμα εγκλήματος, η παρακολούθηση της δίκης μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην αποκατάστασή σας.
Η εγκληματική συμπεριφορά δεν είναι ούτε αποδεκτή ούτε ανεκτή από την κοινωνία και η δίκη παίζει βασικό ρόλο στη μετάδοση αυτού του μηνύματος: όσοι παραβιάζουν το νόμο πρέπει να θεωρηθούν υπεύθυνοι και να υποστούν τις συνέπειες.




Πώς συμμετέχω στη δίκη;

Μπορείτε να επιλέξετε εάν θα καταθέσετε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, ώστε να καταστείτε διάδικος και να έχετε σημαντικά δικονομικά δικαιώματα σε όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας ή απλώς να καταθέσετε ως ουσιώδης μάρτυρας, καθόσον η διαδικασία κινείται, ιδίως, εξαιτίας της αξιόποινης σε βάρος σας πράξης.

Μπορείτε να συμμετάσχετε, ως διάδικος μόνο εάν δηλώσετε παράσταση πολιτικής αγωγής, επιδιώκοντας την ικανοποίηση των απαιτήσεών σας για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση από το δράστη λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Η δήλωση γίνεται είτε στην έγκληση είτε με άλλο έγγραφο, έως την περάτωση της ανάκρισης ( 308 KΠΔ) προς τον αρμόδιο εισαγγελέα αυτοπροσώπως είτε από πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα, ειδική ή γενική.
Η συμμετοχή σας στη δίκη ως πολιτικώς ενάγοντος, θα σας καταστήσει διάδικο και θα σας εφοδιάσει με μια σειρά δικαιωμάτων. Θα μπορείτε να παρίσταστε σε κάθε συζήτηση στο ακροατήριο συμπεριλαμβανόμενων και αυτών που διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών και θα σας επιτραπεί πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα της υπόθεσης. Θα σας επιτρέπεται να μιλήσετε στο δικαστήριο για να προβάλλετε τις αξιώσεις σας και μπορείτε επίσης να διατυπώνετε σχόλια μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, να προβαίνετε σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν (358 ΚΠΔ). Μπορείτε να θέτετε ερωτήσεις μέσω του δικηγόρου σας στον κατηγορούμενο, τους μάρτυρες και τους άλλους συμμετέχοντες (π.χ. τους πραγματογνώμονες που ορίστηκαν για την υπόθεση). Θα κληθείτε να εξετασθείτε ως μάρτυρας (χωρίς όρκο), ενώ θα μπορείτε να προτείνετε μάρτυρες, που θα εξετασθούν αν τους γνωστοποιήσετε έγκαιρα. Μπορείτε επίσης να ζητήσετε την αναβολή της συζήτησης στο ακροατήριο και την εξαίρεση κάποιου δικαστή.

Ως θύμα, μπορεί επίσης να κληθείτε από το δικαστήριο για να εξεταστείτε ως μάρτυρας. Σε αυτή την περίπτωση θα είστε υποχρεωμένος να εμφανιστείτε ενώπιον του δικαστηρίου. Κατά την διάρκεια της εξέτασης θα έχετε την ευκαιρία να εξηγήσετε στο δικαστήριο, τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με την αξιόποινη πράξη. Επίσης, ο δικαστής ενδέχεται να σας θέσει μερικά επιπλέον ερωτήματα σχετικά με το περιστατικό.
Πηγή: e-justice “Μπορώ να συμμετάσχω στη δίκη;”

Η δικαστικη αιθουσα

Την ακρόαση προεδρεύει ο δικαστής. Σε περιπτώσεις που αφορούν σοβαρότερα εγκλήματα, το δικαστήριο απαρτίζεται από τρεις δικαστές. Για ορισμένα από τα πιο σοβαρά εγκλήματα, ενδέχεται να υπάρξει δίκη ενόρκων, η οποία θα αποτελείται από μια ομάδα 1 δικαστή και 4 πολιτών. Η σύνθεση του διασκτηρίου διαμορώνεται ανάλογα με το διαστήριο που ασκεί την ποινική διαδικασία.

Την ποινική διαδικασία ασκούν τα εξής Ποινικά Δικαστήρια:
* Τα Πλημμελειοδικεία
* Τα Δικαστήρια Ανηλίκων
* Τα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια
* Τα Εφετεία
* Τα Μικτά Ορκωτά Εφετεία
* Ο Άρειος Πάγος.

Τα άλλα άτομα που είναι παρόντα στη δίκη είναι:

  • Ο εισαγγελέας
  • Ο δικαστικός λειτουργός
  • Ο κατηγορούμενος και ο δικηγόρος του/της
  • Ο πολιτικώς ενάγων, όταν έχει αποκτήσει αυτό το καθεστώς στο θύμα, και ο δικηγόρος του/της
  • Οι μάρτυρες και οι πραγματογνώμονες.
Εφεσεις

Μετά το πέρας της συζήτησης το δικαστήριο θα καταδικάσει ή θα αθωώσει τον κατηγορούμενο βασιζόμενο στα αποδεικτικά στοιχεία. Εάν το δικαστήριο κηρύξει τον αθώο κατηγορούμενο θα τον απαλλάξει από την κατηγορία και δεν θα αποφανθεί για την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον έχετε υποβάλει σχετική δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Σε αυτή την περίπτωση ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ανταπαιτήσει από εσάς αποζημίωση και τα έξοδα που έκανε σε σχέση με την υπόθεση. [71 ΚΠΔ] Εάν το δικαστήριο κηρύξει τον κατηγορούμενο ένοχο, θα επιβάλλει την ποινή και θα επιδικάσει το ποσό της αποζημίωσης που θα λάβετε από τον κατηγορούμενο κατά το περιεχόμενο του αιτήματός σας.

Εάν το δικαστήριο αθωώσει τον κατηγορούμενο μπορείτε να ασκήσετε έφεση κατά της απόφασης, μόνο εάν καταδικαστήκατε στην καταβολή αποζημίωσης και εξόδων και μόνο για το κεφάλαιο αυτό, με τις προϋποθέσεις των άρθρων 486 παρ. 1β ΚΠΔ. Επίσης, ως πολιτικώς ενάγων, επιτρέπεται να ασκήσετε έφεση εναντίον καταδικαστικής απόφασης, μόνο κατά του μέρους της απόφασης που απέρριψε την αγωγή επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο ή επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ή αποζημίωση [ 488 ΚΠΔ].

Εναλλακτικά, μπορείτε να ζητήσετε από τον εισαγγελέα να προσβάλλει την απόφαση με έφεση.
Πηγή: e-justice “Μπορώ να προσφύγω κατά της απόφασης;”

Η έφεση πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν συμφωνείτε με την απόφαση και πρέπει να σταθμίσει τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν ή/και εάν ακολουθήθηκαν οι ισχύουσες νομικές διαδικασίες.
Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι 30 ημέρες από τη δημοσίευση της προτόδικης απόφασης, εκτός και αν ειδική διάταξη νόμου ορίζει διαφορετικά.