TOP MAP EXIT
 
 
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ
 
     
 

Κτηγορούμενος ή Εναγώμενος είναι ο όρος που δίνεται σε ποινικές διαδικασίες σε κάποιον που ερευνάται ως ύποπτος για διάπραξη εγκλήματος.
Ένας ύποπτος μπορεί να ονομαστεί κατηγορούμενος ή εναγώμενος από την αστυνομία, την εισαγγελία ή τον δικαστή. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αυτός/αυτή όχι μόνο έχει ορισμένα δικαιώματα, αλλά δεσμεύεται επίσης από μια σειρά υποχρεώσεων. Αυτά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις ισχύουν καθ ‘όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

Ο κατηγορούμενος δικαιούται να είναι παρών κάθε φορά που διεξάγονται διαδικασίες που τον/την αφορούν ή να ακούγεται όποτε πρέπει να ληφθεί απόφαση που θα τον/την επηρεάσει, να ενημερωθεί, πριν από την κατάθεση, για τα πραγματικά περιστατικά που κατηγορείται ως ύποπτος ότι έχει διαπράξει, να αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με αυτά τα γεγονότα, να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο υπεράσπισης, να υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία και να ασκήσει έφεση κατά δυσμενών αποφάσεων.

Ο κατηγορούμενος έχει τις ακόλουθες κύριες υποχρεώσεις:
να εμφανίζεται ενώπιον του δικαστή, της Εισαγγελίας ή της αστυνομίας όποτε κληθεί να το πράξει, να συγκαταθέσει να εξεταστεί για αποδεικτικά στοιχεία και να μην μετακομίσει από το σπίτι του/της ή να απουσιάσει από αυτό για περισσότερο από 5 ημέρες χωρίς να ενημερώσει για τη νέα διεύθυνση ή τον τόπο όπου μπορεί να εντοπισθεί.

Στη δίκη, ο πρώτος που ερωτάται να δηλώσει την παρουσία του/της είναι ο/η κατηγορούμενος/η. Ο κατηγορούμενος δικαιούται να αρνηθεί να καταθέσει. Ωστόσο, τυχόν δηλώσεις που έγιναν σε προηγούμενα στάδια της υπόθεσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπόψη από τον δικαστή. Εάν ο/η κατηγορούμενος/η επιθυμεί να καταθέσει, ο/η δικαστής ξεκινά ρωτώντας αν αυτά που αναγράφονται στο κατηγορητήριο είναι αληθή ή όχι, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος ομολογεί ή όχι το έγκλημα. Στη συνέχεια, ο/η κατηγορούμενος/η έχει την ευκαιρία να δώσει την εκδοχή του/της για το τι συνέβη και ο/η δικαστής μπορεί να διακόψει για να κάνει κάποιες συγκεκριμένες ερωτήσεις. Στη συνέχεια, ο/η δικαστής ζητά από τον εισαγγελέα και τους δικηγόρους, διαδοχικά, να εξετάσουν ή να αντεξετάσουν τον/την κατηγορούμενο/η. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες, ο/η κατηγορούμενος/η δεν ορκίζεται, δηλαδή δεν αναλαμβάνει να πει την αλήθεια.

Ο κατηγορούμενος μπορεί να απομακρυνθεί από την αίθουσα του δικαστηρίου ενώ καταθέτει οποιοσδήποτε μάρτυρας, ιδιαίτερα το θύμα. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο πιστεύει ότι η παρουσία του κατηγορούμενου μπορεί να αποτρέψει το θύμα να πει την αλήθεια ή εάν είναι κάτω των 16 ετών και υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι η κατάθεση παρουσία του κατηγορουμένου μπορεί να έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες.

Εάν επιβληθεί στον/στην κατηγορούμενο/η κλήτευση για να εμφανιστεί στο δικαστήριο αλλά δεν παρουσιαστεί, η δίκη θα συνεχιστεί ακόμη και εν απουσία του/της και η ποινή θα του κοινοποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Εάν δεν ήταν δυνατή η επίδοση της κλήτευσης, επειδή, για παράδειγμα, ο τόπος του/της κατηγορούμενου/η ήταν άγνωστος, αυτό σημαίνει ότι ο/η κατηγορούμενος/η παρέβη το καθήκον του/της να ενημερώσει το δικαστήριο για την απουσία του/της από τη διεύθυνση που δόθηκε. Σε αυτήν την περίπτωση, η διαδικασία αναβάλλεται ενώ οι αρχές προσπαθούν να τον/την εντοπίσουν.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο/η κατηγορούμενος κατατάσσεται ως εκούσια ανυπάκουος και το όνομά του/της περιλαμβάνεται σε μητρώο εκούσια ανυπάκουων. Αυτό συνεπάγεται μια σειρά αρνητικών συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων ενταλμάτων σύλληψης που εκδίδονται στο όνομά τους, αδυναμίας απόκτησης εγγράφων όπως εθνικών δελτίων ταυτότητας ή διπλώματος οδήγησης και πιθανώς κατάσχεσης της περιουσίας τους, όλα με στόχο την εύρεσή τους και την ευθύνη για τις πράξεις για τις οποίες είναι ύποπτοι ότι διέπραξαν.