TOP MAP EXIT
 
 
ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ
 
     
 

Σε όλες τις ποινικές διαδικασίες, είτε πρόκειται για συνέντευξη μαρτύρων είτε για γραπτές διαδικασίες, όπως η ειδοποίηση των συμμετεχόντων να εμφανιστούν στη δίκη, η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι η Ελληνική.

Όταν κάποιος που δεν μιλά Ελληνικά πρέπει να συμμετάσχει στη διαδικασία, η αρχή που είναι υπεύθυνη για τη συγκεκριμένη διαδικασία ζητά τον διορισμό διερμηνέα που μιλά καλά τόσο τα Ελληνικά όσο και τη γλώσσα του συμμετέχοντα. Για παράδειγμα, εάν ένας μάρτυρας είναι Ρώσος και δεν μιλά καλά Ελληνικά, ορίζεται διερμηνέας του οποίου η αποστολή είναι να μεταφράσει στα Ελληνικά αυτό που λέει ο μάρτυρας στα Ρωσικά και στα Ρωσικά αυτό που λέγεται ή ζητείται από τον μάρτυρα.

Ορίζεται επίσης διερμηνέας όταν είναι απαραίτητο να μεταφραστούν έγγραφα από ξένη γλώσσα.

Όταν ένα άτομο που είναι κωφό ή έχει προβλήματα ακοής πρέπει να καταθέσει, ορίζεται διερμηνέας νοηματικής γλώσσας. Εάν ο μάρτυρας δεν μπορεί να μιλήσει, οι ερωτήσεις τίθενται προφορικά και ο μάρτυρας απαντά γραπτώς.

Ο διερμηνέας παίζει βασικό ρόλο για να διασφαλίσει ότι οι εμπλεκόμενοι καταλαβαίνουν τι ειπώνεται και συμμετέχουν αποτελεσματικά στη διαδικασία.

Ο διορισμός διερμηνέα δεν συνεπάγεται κανένα κόστος για τον συμμετέχοντα που χρειάζεται αυτήν την υπηρεσία.
Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών.

Σύμφωνα με το Άρθρο 233 – Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Νόμος 4620/2019) – Διορισμός διερμηνέα:
1. Σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, όταν πρόκειται να εξετασθεί ύποπτος, κατηγορούμενος, ή μάρτυρας o οποίος δεν ομιλεί ή δεν κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, του παρέχεται χωρίς καθυστέρηση διερμηνεία. Εφόσον τούτο είναι αναγκαίο, διατίθεται διερμηνεία για την επικοινωνία μεταξύ των κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας. Το, κατά τα ανωτέρω εδάφια, δικαίωμα σε διερμηνεία περιλαμβάνει την προσήκουσα συνδρομή σε άτομα με πρόβλημα ακοής ή ομιλίας. Σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ο εξετάζων εξακριβώνει με κάθε πρόσφορο μέσο κατά πόσον ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ομιλεί και κατανοεί την ελληνική γλώσσα και αν χρειάζεται την συνδρομή διερμηνέα. Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει αντιρρήσεις κατά της απόφασης με την οποία κρίθηκε ότι δεν είναι αναγκαία η παροχή διερμηνείας ή όταν η ποιότητα της διερμηνείας δεν είναι επαρκής. Επί των αντιρρήσεων αποφασίζει κατά την προδικασία ο εισαγγελέας, κατά την κύρια ανάκριση το δικαστικό συμβούλιο και κατά την κύρια διαδικασία το δικαστήριο. Εφόσον απαιτείται, μπορεί να γίνεται χρήση τεχνολογίας επικοινωνιών, όπως η τηλεδιάσκεψη, το τηλέφωνο ή το διαδίκτυο, εκτός αν η προσωπική παρουσία του διερμηνέα κριθεί από τον εξετάζοντα απαραίτητη.